Οστεοπενία: Στόχος-κλειδί για την πρόληψη των καταγμάτων

 

Αρχικά, η οστεοπενία ήταν ένας ποιοτικός όρος που υποδείκνυε οστό το οποίο εμφάνιζε μικρότερη πυκνότητα στον ακτινολογικό έλεγχο. Από το 1994, απέκτησε και ποσοτική σημασία που συνίσταται σε βαθμολογία Τ-score οστικής πυκνότητας (BMD, bone mineral density) μεταξύ -1,0 και -2,5. Πάνω από το 60% των λευκών γυναικών ηλικίας άνω των 64 ετών είναι οστεοπενικές. Παρ’ όλο που ο κίνδυνος κατάγματος είναι συχνά χαμηλότερος σε γυναίκες με οστεοπενία απ’ ό,τι σε γυναίκες με οστεοπόρωση, ο μεγάλος αριθμός καταγμάτων σημαίνει ότι τα περισσότερα από αυτά εμφανίζονται σε άτομα με οστεοπενία.

Ο κίνδυνος κατάγματος ποικίλει σε μεγάλο βαθμό εντός του εύρους της οστεοπενίας και εξαρτάται από παράγοντες όπως η BMD, η ηλικία, το ιστορικό καταγμάτων, καθώς και η εθνική και εθνοτική ομάδα. Επομένως, η διάγνωση της οστεοπενίας δεν αποτελεί ένδειξη ούτε για παρέμβαση ούτε για εφησυχασμό, αλλά η BMD είναι παράγοντας κινδύνου που πρέπει να ενσωματωθεί στον ποσοτικό υπολογισμό του κινδύνου κατάγματος. Τα στοιχεία από μελέτες καταδεικνύουν ότι τα από του στόματος και ενδοφλέβια διφωσφονικά μειώνουν κατά τρόπο οικονομικά αποτελεσματικό τα κατάγματα σε οστεοπενικές γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας.

Ένας κίνδυνος μείζονος οστεοπορωτικού κατάγματος 10-15% θα μπορούσε να αποτελεί αποδεκτή ένδειξη για θεραπεία με γενόσημα διφωσφονικά σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών που έχουν κίνητρο να λάβουν θεραπεία. Στην παρούσα ανασκόπηση αξιολογήθηκαν τα στοιχεία που σχετίζονται με τη διαχείριση ενηλίκων μεγαλύτερης ηλικίας με οστεοπενία βάσει της οστικής πυκνότητας.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ κλινικών παραγόντων κινδύνου και BMD έχει αποδειχθεί από μία σειρά συχνών κλινικών σεναρίων σε άτομα με οστεοπενία. Ο κίνδυνος κατάγματος κυμαίνεται από πολύ χαμηλός σε νέες γυναίκες (T-score -1,2 και απουσία παραγόντων κινδύνου) έως εξαιρετικά υψηλός σε μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες με χαμηλότερη BMD και επιπλέον παράγοντες κινδύνου, για τις οποίες θα προτεινόταν θεραπεία.

Ο ουδός του κινδύνου κατάγματος για παρέμβαση θα είναι παρόμοιος σε όλο το φάσμα τόσο οστεοπενικής όσο και οστεοπορωτικής BMD, καθώς καθορίζεται από τον κίνδυνο και όχι από μεμονωμένες συνιστώσες του υπολογισμού του κινδύνου. Προτείνεται οι αρχές που θα πρέπει να διέπουν την επιλογή των μεμονωμένων ουδών να είναι οι εξής: να έχει αποδειχθεί ότι η προτεινόμενη αγωγή προλαμβάνει τα κατάγματα σε τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη, η παρέμβαση να είναι οικονομικά αποδοτική σε αυτόν τον πληθυσμό και η παρέμβαση να έχει αποδεκτό προφίλ ασφάλειας.

Αν και οι ασθενείς με οστεοπόρωση διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο κατάγματος απ’ ό,τι οι ασθενείς με οστεοπενία, τα περισσότερα κατάγματα συμβαίνουν στην πολυπληθέστερη ομάδα ενηλίκων με οστεοπενία. Οι γιατροί θα πρέπει να αποφεύγουν να λαμβάνουν αποφάσεις θεραπείας με βάση αποκλειστικά το T-score και να επικεντρώνονται στον εντοπισμό και τη θεραπεία ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο κατάγματος με βάση το σύνολο της κλινικής εικόνας τους.

Reid IR, McClung MR. Osteopenia: a key target for fracture prevention. Lancet Diabetes Endocrinol. 2024 Nov;12(11):856-864. doi: 10.1016/S2213-8587(24)00225-0.

GR-NON-2025-00236-MAY25